lirikcinta.com
a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z 0 1 2 3 4 5 6 7 8 9 #

lirik lagu 03. εξομολογήσεις α’ – bdelygma

Loading...

[βδέλυγμα]
ντρεπομαι που ειμαι εδω…
ισως να μπερδεψα την ντροπη με τον τρομο
κυριε ψυχίατρε
μπηκα δειλα στα μουντα περιχωρα σας
πιεσα τα κουμπια του ασανσερ
και τωρα ειμαι περηφανος που καθομαι στην αβολη καρεκλα
ναι, ειμαι εγω, 30 ετων, σας χαιρετω κι απο κοντα λοιπον
γνωστοποιειστε και σε μενα τις θεραπευτικες σας δυναμεις
αφουτου με πιεσετε ν’ ανοιξω το στομα μου
να παρω πισω το χρωμα μου

η γλωσσα του μυαλου μου τρεχει ως γαργαρο νερο
σαν την ωθει ο καταρρακτης της διαταραγμενης σκεψης
μα για τον κοσμο ειμαι η προσωποποιηση της σιωπης
που δε γινεται αντιληπτη ουτε μεσω της δευτερευουσας αισθησης
η ακινησια καταρρακωνει την οποια πρωτοεμφανιζομενη λυση
κι αρχιζω τις ευχες για να με πιασει ριγος
κι ωστοσο εσεις με βλεπετε
ειστε υποχρεωμενος γι’ αυτο, σπουδαγμενος γι’ αυτο
κι εν χρονω πληρωμενος γι’ αυτο
μη βιαζεσαι ρε μαλακα!
θα σου πω. να, δεν ειμαι σωστα…
πρεπει να ξεκινησω να εξιστορω
για να ελευθερωσω την κριση σου
ειδες; τωρα που το ‘πα δυνατα
ενιωσα να περπατω πρωτη φορα
βημα βημα επομενως
βημα στο βημα απ’ την αφετηρια
στο τελος. κατσε εσυ αναπαυτικα
να, σου ειπα ψεματα/σκεφτηκα ψεματα
ειμαι πεντε χρονων στ’ αληθεια
ζω με τους γονεις μου στην κύπρο
και απολαμβανω το παιχνιδι στην αυλη μας
τα καλοκαιρια
ενα απ’ αυτα τα μονιμα μεσημερια
γλυστρισαν τα παιχνιδια μου απ’ τα χερια
μου τα πιασε, χαρουμενη, η μαμα·
σοβαρο αντικρισα το μπαμπα
να περιμενει στ’ αμαξι την επιβιβαση
ηταν μεγαλη μερα, εμαθα
θα τη γιορταζαμε ταπεινα σ’ ενα μυστηριο
βασιλικό τοπο. το ταξιδι κουραστικο
και η ζεστη εκανε υγρο το δερμα μου
χαρηκα οταν μου ‘παν πως φτασαμε. σηκωσα το κεφαλι μου
εμεινα αναμεσα στα μπροστινα καθισματα
να παρακολουθω την εισοδο περιεργα
ειρηνικη ατμοσφαιρα στα πρωτογνωρα κτηρια
βαδισαμε αγωμενοι απο τελετουργικους ηχους
σε καποιο απο ‘κεινα. χωρια οι θεσεις
αγνωστες λεξεις και τραγουδια, μεγαλα ρουχα
και μια θολη μνημη τρυπησε τους νευρωνες μου:
σ’ ενα μερος σαν κι αυτο κοντεψα να πνιγω
μου ‘χαν επιτεθει οι μαγοι-γεροντες
κι εκλαψα, ομως μ’ αφησαν και δεν τους κρατησα κακία
επειτα ξεχαστηκα. φανηκα να βαριεμαι
και χτυπουσα με τα ποδια μου τα καθισματα
μεχρι να με σοβαρεψει η μαμα
ο αιωνας περνα. παει και τουτο…
τουλαχιστον δεν ηταν απληστοι:
μας ανταμοιψαν για την υπομονη, τα σταυροκοπηματα
το σεβασμο και τις δραχμες για τα κερακια μας
μ’ ενα κοκκινωπο γλυκο, μια χρυση κουταλια για τον καθενα
ηταν σχεδον νοστιμο. μετα μ’ αφησαν μονο μου…
σε μια μαυροφορεμενη γιαγια
και φυγαν καπως μακρυα για μερικες δουλειες τους
κι αλλη αμηχανη αναμονη
εμφανιστηκαν ξανα ενω πεινουσα φοβερα
μοναχα για να με διωξουν
θα πηγαινα σ΄ενα καλοσυνατο παπουλη
που θα ‘θελε να μαθει οποια στιγμη ημουν κακο παιδι
διστακτικα τοποθετηθηκα στην καρεκλα του, καλη ωρα
με χαιρετησε χαμογελωντας απ’ το θρονο του

φιλικα κινησε να ρωτα, κι εγω σχεδον τυχαια απανταγα
(δεν ηξερα), αλλα τον συμπαθησα σταδιακα
παραδεχτηκα πολλα, ωσπου τον ειδα να τραβα προς τα πανω
το ενδυμα του και ολοκληρωτικα να με πειθει. παιξαμε κι αλλο παιχνιδι
ανοιξα το στομα μου κλεινοντας τα βλεφαρα…
εβαλε μεσα βιαστικα κατι πλαδαρο που μυριζε ασχημα
κι εκεινο ζωντανεψε, τσιρωντας στο λαιμο μου
κατι αλμυρο που μου ‘φερε αναγουλα
με σκουπισε κι εφυγα…

φυγε καριολη
εισαι κι εσυ τα ιδια σκατα
τι καθομαι και σου μιλαω…
αρρωστε, γαμημενε
γουσταρεις μπασταρδε κι εσυ
γουσταρεις. το βλεπω τα ματια σου πως γουσταρεις
τί βλακας ημουνα που ηρθα
δε θα κατσω να την ξαναπαθω ρε
αυτη τη φορα θα σας την κοψω
αν πλησιασετε
την κανω απο δω
σκασε. βαλε τα ψεματα σου
στα χαρτια που σου δωσανε
οχι, δεν ηρεμω γαμω το χριστο σου!
θα ηρεμησω οταν χαθω κι απ’ τη δικη σου φατσα
παρε τα κωλολεφτα σου
αντιο